4. Αντιμετώπιση ασθενών με κολπικό πτερυγισμό

Α. Αντιπηκτική αγωγή

Όπως προαναφέρθηκε, ο κολπικός πτερυγισμός σχετίζεται με αυξημένο θρομβοεμβολικό κίνδυνο. Προκειμένου να προληφθεί η εμφάνιση θρομβοεμβολικών επεισοδίων, οι ασθενείς με κολπικό πτερυγισμό πρέπει να λαμβάνουν φάρμακα που ελαττώνουν την πήξη του αίματος (αντιπηκτικά φάρμακα).  Όλοι οι ασθενείς με κολπικό πτερυγισμό δε διατρέχουν τον ίδιο θρομβοεμβολικό κίνδυνο. Ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος σε ασθενείς με κάποιον από τους ακόλουθους παράγοντες κινδύνου: μεγάλη ηλικία (> 65 έτη), καρδιακή ανεπάρκεια, αρτηριακή υπέρταση, διαβήτης, προηγούμενο εγκεφαλικό επεισόδιο, παλαιό έμφραγμα μυοκαρδίου, περιφερική αρτηριοπάθεια. Όσοι περισσότεροι από τους προαναφερθέντες παράγοντες κινδύνου συνυπάρχουν, τόσο μεγαλύτερος είναι ο θρομβοεμβολικός κίνδυνος του ασθενή. Γενικά, ασθενείς με έναν ή περισσότερους παράγοντες κινδύνου θα πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία με αντιπηκτικά φάρμακα.

 Β. Αποφυγή υψηλών καρδιακών συχνοτήτων επί κολπικού πτερυγισμού

Στη διάρκεια του κολπικού πτερυγισμού, η καρδιά χτυπά σε υψηλή συχνότητα (συνήθως 150 σφύξεις ανά λεπτό). Η υψηλή αυτή καρδιακή συχνότητα συνήθως έχει δυσμενείς επιπτώσεις, καθώς μπορεί να οδηγήσει σε εμφάνιση καρδιακής ανεπάρκειας, αλλά μπορεί επίσης να ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για τη συμπτωματολογία των ασθενών.  Προκειμένου να επιβραδυνθεί η καρδιακή συχνότητα, απαιτείται θεραπεία με φάρμακα, που επιβραδύνουν την αγωγή των ερεθισμάτων από τους κόλπους (άνω κοιλότητες) προς τις κοιλίες (κάτω κοιλότητες) διαμέσου του κολποκοιλιακού κόμβου.   

Γ. Ανάταξη σε φλεβοκομβικό ρυθμό